Το τυποποιημένο λογισμικό είναι συχνά ένα καλό σημείο εκκίνησης. Στην αρχή εξοικονομεί χρόνο και προσφέρει ένα χρήσιμο πλαίσιο για συχνές διαδικασίες. Γίνεται κρίσιμο εκεί όπου ειδικές περιπτώσεις, διασυνδέσεις, εγκρίσεις ή παγιωμένες αρμοδιότητες καθορίζουν την καθημερινότητα και το σύστημα λειτουργεί πλέον μόνο μέσω παρακάμψεων.
Οι εξατομικευμένες λύσεις λογισμικού αξίζουν όταν οι επιχειρήσεις αναγκάζονται διαρκώς να κατασκευάζουν πρόχειρες παρακάμψεις: χειροκίνητες εξαγωγές, βοηθητικούς πίνακες, διπλή συντήρηση δεδομένων, σκιώδεις λίστες ή ειδικές διαδικασίες εκτός συστήματος. Ακριβώς εκεί προκύπτουν σφάλματα, τριβές και κρυφά λειτουργικά κόστη.
Μια καλή εξατομικευμένη ανάπτυξη, λοιπόν, δεν χρειάζεται να εφεύρει τα πάντα από την αρχή. Θα πρέπει να αποτυπώνει τις διαδικασίες που στηρίζουν πραγματικά την οικονομική λειτουργία και, ταυτόχρονα, να οργανώνει το μοντέλο δεδομένων, τους ρόλους και τη λογική λειτουργίας έτσι ώστε η λύση να μη διαλύεται ξανά μετά την πρώτη παράδοση. Η πραγματική αξία δεν βρίσκεται στο ειδικό αίτημα, αλλά σε μια αρχιτεκτονική που αποσυμφορεί ουσιαστικά την καθημερινότητα της επιχείρησης.